die schwäche
schwä
ˈʃvɛ
σβε
che
çə
χα
fläche

Ορισμός και σημασία του "schwäche"στα γερμανικά

01

αδυναμία, ασθένεια

Ein Zustand verminderter Kraft oder Leistungsfähigkeit 
die Schwäche definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Schwächen
γενική πτώση
Schwäche
Παραδείγματα
Die Grippe verursachte extreme Schwäche in seinen Muskeln. 

Η γρίπη προκάλεσε ακραία αδυναμία στους μύες του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store