Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
schwitzen
01
ιδρώνω, εφίδρωσα
Flüssigkeit durch die Hautporen abgeben, besonders bei Hitze oder Anstrengung
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schwitze
γ΄ ενικό πρόσωπο
schwitzt
ενεστώτα μετοχή
schwitzend
απλός αόριστος
schwitzte
παθητική μετοχή
geschwitzt
Παραδείγματα
Im Sauna schwitzt man Giftstoffe aus.
Στη σάουνα, ιδρώνεις τις τοξίνες.



























