Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Schwindler
[gender: masculine]
01
απατεώνας, αλάνης
Eine Person, die betrügt oder täuscht
Παραδείγματα
Ein Schwindler erzählt oft Lügen.
Ένας απατεώνας συχνά λέει ψέματα.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
απατεώνας, αλάνης