schwindeln
schwin
ˈʃvɪn
shvin
deln
dəln
dēln

Ορισμός και σημασία του "schwindeln"στα γερμανικά

schwindeln
01

ψεύδομαι, πλάθω

Kleine oder harmlose Lügen erzählen 
schwindeln definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schwindele
γ΄ ενικό πρόσωπο
schwindelt
ενεστώτα μετοχή
schwindelnd
απλός αόριστος
schwindelte
παθητική μετοχή
geschwindelt
Παραδείγματα
Kinder schwindeln manchmal, um Ärger zu vermeiden. 

Τα παιδιά λένε ψέματα μερικές φορές για να αποφύγουν μπελάδες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store