Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
schwindeln
01
ψεύδομαι, πλάθω
Kleine oder harmlose Lügen erzählen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schwindele
γ΄ ενικό πρόσωπο
schwindelt
ενεστώτα μετοχή
schwindelnd
απλός αόριστος
schwindelte
παθητική μετοχή
geschwindelt
Παραδείγματα
Kinder schwindeln manchmal, um Ärger zu vermeiden.
Τα παιδιά λένε ψέματα μερικές φορές για να αποφύγουν μπελάδες.



























