schwindeln
Pronunciation
/ˈʃvɪndl̩n/

Ορισμός και σημασία του "schwindeln"στα γερμανικά

schwindeln
01

ψεύδομαι, πλάθω

Kleine oder harmlose Lügen erzählen
schwindeln definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schwindele
γ΄ ενικό πρόσωπο
schwindelt
ενεστώτα μετοχή
schwindelnd
απλός αόριστος
schwindelte
παθητική μετοχή
geschwindelt
Παραδείγματα
Er schwindelt oft, aber niemand nimmt es ernst.
Συχνά λέει ψέματα, αλλά κανείς δεν το παίρνει στα σοβαρά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store