Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
schwindeln
[past form: schwindelte]
01
ψεύδομαι, πλάθω
Kleine oder harmlose Lügen erzählen
Παραδείγματα
Er schwindelt oft, aber niemand nimmt es ernst.
Συχνά λέει ψέματα, αλλά κανείς δεν το παίρνει στα σοβαρά.


























