schwimmen
Pronunciation
/ˈʃvɪmən/

Ορισμός και σημασία του "schwimmen"στα γερμανικά

schwimmen
01

κολυμπάω, κάνω μπάνιο

Sich im Wasser fortbewegen
schwimmen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
schwimme
γ΄ ενικό πρόσωπο
schwimmt
ενεστώτα μετοχή
schwimmend
απλός αόριστος
schwamm
παθητική μετοχή
geschwommen
Παραδείγματα
Die Kinder schwimmen im Schwimmbad.
Τα παιδιά κολυμπούν στην πισίνα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store