Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
schwimmen
01
κολυμπάω, κάνω μπάνιο
Sich im Wasser fortbewegen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
schwimme
γ΄ ενικό πρόσωπο
schwimmt
ενεστώτα μετοχή
schwimmend
απλός αόριστος
schwamm
παθητική μετοχή
geschwommen
Παραδείγματα
Ich schwimme jeden Morgen.
Κολυμπάω κάθε πρωί.



























