die schulter
schulter
ʃʊltɐ
shoolt
schütterschusterschalterschuldner

Ορισμός και σημασία του "schulter"στα γερμανικά

01

ώμος, ώμος

Körperteil zwischen Hals und Arm 
die Schulter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Schultern
γενική πτώση
Schulter
Παραδείγματα
Ich habe Schmerzen in der linken Schulter. 

Πονάει ο αριστερός ώμος μου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store