der schuldner
schuldner
ʃʊltnɐ
shooltn
schulterschuldiger

Ορισμός και σημασία του "schuldner"στα γερμανικά

01

οφειλέτης, υποχρεωμένος

Eine Person oder Organisation, die einer anderen Partei Geld schuldet 
der Schuldner definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Schuldner
αρσενικό ενικό
Schuldner
θηλυκό ενικό
Schuldnerin
neutral form
Schuldner:in
γενική πτώση
Schuldners
Παραδείγματα
Der Schuldner konnte seine Kredite nicht zurückzahlen. 

Ο οφειλέτης δεν μπόρεσε να αποπληρώσει τα δάνειά του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store