Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
schuldig
01
ένοχος, υπεύθυνος
Eine Person, die eine Straftat begangen hat oder für etwas Negatives verantwortlich ist
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am schuldigsten
συγκριτικός βαθμός
schuldiger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Das Gericht fand ihn schuldig.
Το δικαστήριο τον βρήκε ένοχο.
02
χρεωμένος, υποχρεωμένος
Eine Person, die Geld oder etwas anderes zurückgeben muss
Παραδείγματα
Ich bin dir noch Geld schuldig.
Σου χρωστάω ακόμα λεφτά.



























