Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Schuldgefühl
01
αίσθημα ενοχής, μετάνοια
Ein emotionaler Zustand, in dem man sich für eine Verfehlung verantwortlich fühlt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Schuldgefühle
γενική πτώση
Schuldgefühl(e)s
Παραδείγματα
Sein Schuldgefühl wegen der Lüge ließ ihn nicht schlafen.
Το συναίσθημα ενοχής του για το ψέμα δεν τον άφηνε να κοιμηθεί.
LanGeek



























