Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
schuften
01
δουλεύω σκληρά, κοπιάζω
Intensiv und oft unter anstrengenden Bedingungen körperlich oder geistig arbeiten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schufte
γ΄ ενικό πρόσωπο
schuftet
ενεστώτα μετοχή
schuftend
απλός αόριστος
geschuftet
παθητική μετοχή
schuftete
Παραδείγματα
Die Bauarbeiter schuften bei 35 Grad im Schatten.
Οι εργάτες κατασκευών δουλεύουν σκληρά στους 35 βαθμούς στη σκιά.



























