Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Schublade
[gender: feminine]
01
συρτάρι, συρτάρι
ein herausziehbares Fach in einem Möbelstück, das zum Aufbewahren von Gegenständen verwendet wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
schublade
πληθυντικός τύπος
schubladen
Παραδείγματα
In der Schublade sind viele alte Briefe.
Στο συρτάρι υπάρχουν πολλά παλιά γράμματα.



























