der schritt
schritt
ʃʁɪt
shrit
schnittschrottschrift

Ορισμός και σημασία του "schritt"στα γερμανικά

01

βήμα, σκαλοπάτι

Eine einzelne Bewegung beim Gehen 
der Schritt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Schritte
γενική πτώση
Schritt(e)s
Παραδείγματα
Er machte einen großen Schritt nach vorne. 

Έκανε ένα μεγάλο βήμα προς τα εμπρός.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store