der Schritt
Pronunciation
/ʃʀɪt/

Ορισμός και σημασία του "schritt"στα γερμανικά

Der Schritt
[gender: masculine]
01

βήμα, σκαλοπάτι

Eine einzelne Bewegung beim Gehen
der Schritt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Schritt(e)s
πληθυντικός τύπος
Schritte
Παραδείγματα
Ein kleiner Schritt für dich, ein großer Schritt für die Menschheit.
Ένα μικρό βήμα για σένα, ένα μεγάλο βήμα για την ανθρωπότητα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store