Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Schriftverkehr
01
γραπτή αλληλογραφία, ανταλλαγή γραπτών εγγράφων
Der Austausch von schriftlichen Dokumenten zwischen Personen oder Organisationen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Schriftverkehr(e)s
πληθυντικός τύπος
Schriftverkehre
Παραδείγματα
Der Schriftverkehr mit der Behörde dauerte Monate.
Η αλληλογραφία με τις αρχές διήρκεσε μήνες.
Λεξικό Δέντρο
schriftverkehr
schrift
verkehr



























