Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Schriftverkehr
[gender: masculine]
01
γραπτή αλληλογραφία, ανταλλαγή γραπτών εγγράφων
Der Austausch von schriftlichen Dokumenten zwischen Personen oder Organisationen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Schriftverkehr(e)s
πληθυντικός τύπος
Schriftverkehre
Παραδείγματα
Der Schriftverkehr aus dem Jahr 1990 ist archiviert.
Η αλληλογραφία του έτους 1990 έχει αρχειοθετηθεί.
Λεξικό Δέντρο
schriftverkehr
schrift
verkehr



























