Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
schreiben
01
γράφω, συντάσσω
Worte oder Texte mit der Hand oder auf einem Gerät festhalten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schreibe
γ΄ ενικό πρόσωπο
schreibt
ενεστώτα μετοχή
schreibend
απλός αόριστος
schrieb
παθητική μετοχή
geschrieben
Παραδείγματα
Kannst du bitte deinen Namen schreiben?
Μπορείς σε παρακαλώ να γράψεις το όνομά σου;
Das Schreiben
[gender: neuter]
01
επιστολή, γραπτό
Ein Text, besonders ein offizieller Brief oder eine Mitteilung
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Schreibens
πληθυντικός τύπος
Schreiben
Παραδείγματα
Wir warten noch auf das Schreiben vom Amt.
Αναμένουμε ακόμα το γραπτό από το γραφείο.



























