Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Schrecken
01
τρόμος, φόβος
Ein plötzliches, starkes Gefühl von Angst oder Entsetzen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Schreckens
πληθυντικός τύπος
Schrecken
Παραδείγματα
Der Schrecken in seinen Augen war deutlich sichtbar.
Ο τρόμος στα μάτια του ήταν ξεκάθαρα ορατός.



























