der schreck
schreck
ʃʁɛk
shrek
scheck

Ορισμός και σημασία του "schreck"στα γερμανικά

01

τρόμος, ξαφνικός φόβος

Ein plötzliches Gefühl der Angst oder Überraschung 
der Schreck definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Schreck(e)s
πληθυντικός τύπος
Schrecke
Παραδείγματα
Der laute Knall hat mir einen Schreck eingejagt. 

Ο δυνατός κρότος μου προκάλεσε φόβο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store