der schrank
schrank
ʃʁank
shrank
schlankschwank

Ορισμός και σημασία του "schrank"στα γερμανικά

01

ντουλάπα, ενδυματοθήκη

Möbelstück mit Türen zur Aufbewahrung von Kleidung oder Gegenständen 
der Schrank definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Schränke
γενική πτώση
Schrank(e)s
Παραδείγματα
Der Schrank steht im Schlafzimmer. 

Η ντουλάπα βρίσκεται στο υπνοδωμάτιο.

02

ντουλάπι, ντουλάπι κουζίνας

Aufbewahrungsmöbel in der Küche oder im Bad 
Παραδείγματα
Die Teller stehen im Küchenschrank. 

Τα πιάτα βρίσκονται στην ντουλάπα της κουζίνας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store