Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Schrank
01
ντουλάπα, ενδυματοθήκη
Möbelstück mit Türen zur Aufbewahrung von Kleidung oder Gegenständen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Schränke
γενική πτώση
Schrank(e)s
Παραδείγματα
Der Schrank steht im Schlafzimmer.
Η ντουλάπα βρίσκεται στο υπνοδωμάτιο.
02
ντουλάπι, ντουλάπι κουζίνας
Aufbewahrungsmöbel in der Küche oder im Bad
Παραδείγματα
Die Teller stehen im Küchenschrank.
Τα πιάτα βρίσκονται στην ντουλάπα της κουζίνας.
LanGeek



























