Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
schnell
[comparative form: schneller][superlative form: schnellste-]
01
γρήγορος, ταχύς
In kurzer Zeit
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
schnellste-
συγκριτικός βαθμός
schneller
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die Zeit vergeht so schnell.
Ο χρόνος περνάει τόσο γρήγορα.



























