schneien
schneien
ʃnaɪ̯ən
shnaiēn
schnellenschneidenschneuzenschreien

Ορισμός και σημασία του "schneien"στα γερμανικά

schneien
01

χιονίζει, πέφτει χιόνι

Wenn Schnee vom Himmel fällt 
schneien definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schneie
γ΄ ενικό πρόσωπο
schneit
ενεστώτα μετοχή
schneiend
απλός αόριστος
schneite
παθητική μετοχή
geschneit
Παραδείγματα
Es schneit seit drei Stunden. 

Χιονίζει εδώ και τρεις ώρες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store