Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
schneien
01
χιονίζει, πέφτει χιόνι
Wenn Schnee vom Himmel fällt
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schneie
γ΄ ενικό πρόσωπο
schneit
ενεστώτα μετοχή
schneiend
απλός αόριστος
schneite
παθητική μετοχή
geschneit
Παραδείγματα
Hier schneit es selten.
Εδώ σπάνια χιονίζει.



























