Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
schnarchen
01
ροχαλίζω, κάνω θόρυβο ενώ κοιμάμαι
Beim Schlafen laute Geräusche durch die Nase oder den Mund machen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schnarche
γ΄ ενικό πρόσωπο
schnarcht
ενεστώτα μετοχή
schnarchend
απλός αόριστος
schnarchte
παθητική μετοχή
geschnarcht
Παραδείγματα
Mein Großvater schnarcht jede Nacht sehr laut.
Ο παππούς μου ροχαλίζει πολύ δυνατά κάθε βράδυ.
02
- , -



























