Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
schmökern
01
ξεφυλλίζω, περιηγούμαι
Gemütlich und entspannt lesen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schmökere
γ΄ ενικό πρόσωπο
schmökert
ενεστώτα μετοχή
schmökernd
απλός αόριστος
schmökerte
παθητική μετοχή
geschmökert
Παραδείγματα
Ich schmökere gern in alten Büchern.
Μου αρέσει να ξεφυλλίζω παλιά βιβλία.



























