schmökern
schmökern
ʃmø:kɐn
shmeukn
schmälern

Ορισμός και σημασία του "schmökern"στα γερμανικά

schmökern
01

ξεφυλλίζω, περιηγούμαι

Gemütlich und entspannt lesen 
schmökern definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schmökere
γ΄ ενικό πρόσωπο
schmökert
ενεστώτα μετοχή
schmökernd
απλός αόριστος
schmökerte
παθητική μετοχή
geschmökert
Παραδείγματα
Ich schmökere gern in alten Büchern. 

Μου αρέσει να ξεφυλλίζω παλιά βιβλία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store