Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Schmutz
01
βρωμιά, ακαθαρσία
Substanzen wie Staub, Dreck oder unerwünschte Partikel, die Oberflächen verschmutzen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Schmutzes
Παραδείγματα
Der Schmutz auf dem Boden muss weggewischt werden.
Η βρωμιά στο πάτωμα πρέπει να σκουπιστεί.



























