Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
schmeicheln
[past form: schmeichelte]
01
κολακεύω, θωπεύω
Jemandem übertrieben positive Dinge sagen, um ihn gefügig zu machen oder sich beliebt zu machen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schmeichle
γ΄ ενικό πρόσωπο
schmeichelt
ενεστώτα μετοχή
schmeichelnd
απλός αόριστος
schmeichelte
παθητική μετοχή
schmeichelt
Παραδείγματα
Sie hat ihm geschmeichelt, bis er ihr das Geld gab.
Τον κολακεύει μέχρι να της δώσει τα χρήματα.



























