Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
schlummern
01
λαγοκοιμάμαι, κοιμάμαι ελαφρά
Leicht oder kurz schlafen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schlummere
γ΄ ενικό πρόσωπο
schlummert
ενεστώτα μετοχή
schlummernd
απλός αόριστος
schlummerte
παθητική μετοχή
geschlummert
Παραδείγματα
Das Baby schlummert im Bett.
Το μωρό κοιμάται ελαφρά στο κρεβάτι.



























