schlummern

Ορισμός και σημασία του "schlummern"στα γερμανικά

schlummern
01

λαγοκοιμάμαι, κοιμάμαι ελαφρά

Leicht oder kurz schlafen
schlummern definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schlummere
γ΄ ενικό πρόσωπο
schlummert
ενεστώτα μετοχή
schlummernd
απλός αόριστος
schlummerte
παθητική μετοχή
geschlummert
Παραδείγματα
Er schlummert jeden Abend vor dem Fernseher ein.
Αυτός κοιμάται ελαφρά κάθε βράδυ μπροστά στην τηλεόραση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store