schlummern
schlummern
ʃlʊmɐn
shloomn
schimmern

Ορισμός και σημασία του "schlummern"στα γερμανικά

schlummern
01

λαγοκοιμάμαι, κοιμάμαι ελαφρά

Leicht oder kurz schlafen 
schlummern definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schlummere
γ΄ ενικό πρόσωπο
schlummert
ενεστώτα μετοχή
schlummernd
απλός αόριστος
schlummerte
παθητική μετοχή
geschlummert
Παραδείγματα
Das Baby schlummert im Bett. 

Το μωρό κοιμάται ελαφρά στο κρεβάτι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store