das schlafsofa
schlaf
ˈʃlɑ:f
shlaaf
so
ˌso:
so
fa
fa
fa

Ορισμός και σημασία του "schlafsofa"στα γερμανικά

Das Schlafsofa
01

καναπές-κρεβάτι, καναπές κρεβάτι

ein Sofa, das man zu einem Bett umklappen kann 
das Schlafsofa definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Schlafsofas
γενική πτώση
Schlafsofas
Παραδείγματα
Das Schlafsofa ist bequem. 

Ο καναπές-κρεβάτι είναι άνετος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store