schlafen
schlafen
ʃla:fɱ
σλαφμμ
schürfenschaffenschlagenschlürfen

Ορισμός και σημασία του "schlafen"στα γερμανικά

schlafen
01

κοιμάμαι, ξεκουράζομαι

In einem Zustand der Ruhe mit geschlossenen Augen sein 
schlafen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schlafe
γ΄ ενικό πρόσωπο
schläft
ενεστώτα μετοχή
schlafend
απλός αόριστος
schlief
παθητική μετοχή
geschlafen
Παραδείγματα
Ich schlafe jede Nacht 8 Stunden. 

Εγώ κοιμάμαι οκτώ ώρες κάθε βράδυ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store