schlafen
Pronunciation
/ˈʃlaːfən/

Ορισμός και σημασία του "schlafen"στα γερμανικά

schlafen
01

κοιμάμαι, ξεκουράζομαι

In einem Zustand der Ruhe mit geschlossenen Augen sein
schlafen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schlafe
γ΄ ενικό πρόσωπο
schläft
ενεστώτα μετοχή
schlafend
απλός αόριστος
schlief
παθητική μετοχή
geschlafen
Παραδείγματα
Er schläft bis mittags.
Αυτός κοιμάται μέχρι το μεσημέρι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store