Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Schlaf
01
ύπνος, ξεκούραση
Der Zustand, in dem sich der Körper und Geist zur Ruhe legen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Schlaf(e)s
Παραδείγματα
Der Schlaf hilft dem Körper sich zu erholen.
Ο ύπνος βοηθά το σώμα να ανακάμψει.



























