der Schlaf
Pronunciation
/ʃlaːf/

Ορισμός και σημασία του "schlaf"στα γερμανικά

01

ύπνος, ξεκούραση

Der Zustand, in dem sich der Körper und Geist zur Ruhe legen
der Schlaf definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Schlaf(e)s
Παραδείγματα
Der Schlaf hilft dem Körper sich zu erholen.
Ο ύπνος βοηθά το σώμα να ανακάμψει.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store