der schinken
schinken
ʃɪnkng
σινκνγκ
schiebenschwenkenschielenschwanken

Ορισμός και σημασία του "schinken"στα γερμανικά

01

ζαμπόν, καπνιστό ζαμπόν

Ein Fleischstück vom Hinterbein eines Schweins oder Rinds, oft geräuchert oder gekocht 
der Schinken definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Schinken
γενική πτώση
Schinkens
Παραδείγματα
Ich esse gern Schinken auf meinem Brot. 

Μου αρέσει να τρώω ζαμπόν στο ψωμί μου.

02

ένα χοντρό βιβλίο, ένα μεγάλο βιβλίο

Ein dickes Buch, oft mit vielen Seiten 
der Schinken definition and meaning
Παραδείγματα
Dieses Schinken ist sehr schwer zu lesen. 

Αυτό το παχύ βιβλίο είναι πολύ δύσκολο να διαβαστεί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store