der schimpanse
schim
ˈʃɪm
shim
pan
pan
pan
se

Ορισμός και σημασία του "schimpanse"στα γερμανικά

Der Schimpanse
01

χιμπατζής, ανθρωποειδής πίθηκος

Ein intelligenter Menschenaffe aus Afrika mit schwarzem Fell, der in Gruppen lebt und Werkzeuge benutzt 
der Schimpanse definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Schimpansen
αρσενικό ενικό
Schimpanse
θηλυκό ενικό
Schimpansin
γενική πτώση
Schimpansen
Παραδείγματα
Der Schimpanse klettert geschickt auf den Baum. 

Ο χιμπατζής σκαρφαλώνει επιδέξια στο δέντρο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store