der schauspieler
schauspieler
ʃaʊʃpi:lɐ
shawshpil

Ορισμός και σημασία του "schauspieler"στα γερμανικά

Der Schauspieler
01

ηθοποιός, ερμηνευτής ρόλου

Person, die in Theaterstücken, Filmen oder Fernsehproduktionen eine Rolle übernimmt 
der Schauspieler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Schauspielers
πληθυντικός τύπος
Schauspieler
Παραδείγματα
Der Schauspieler spielt im Kino. 

Ο ηθοποιός παίζει στον κινηματογράφο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store