die Scham

Ορισμός και σημασία του "scham"στα γερμανικά

01

ντροπή, αίσχος

Das Gefühl, sich für etwas zu schämen oder peinlich berührt zu sein
die Scham definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Scham
Παραδείγματα
Man sollte keine Scham vor Fehlern haben.
Κανείς δεν πρέπει να νιώθει ντροπή για τα λάθη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store