Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Sarkasmus
01
σαρκασμός, δριμεία ειρωνεία
Eine beißende Form der Ironie, bei der durch scheinbares Lob oder harmlose Aussagen verletzende Kritik ausgedrückt wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Sarkasmus
πληθυντικός τύπος
Sarkasmen
Παραδείγματα
Der Artikel enthielt bissigen Sarkasmus über die Politiker.
Το άρθρο περιείχε δηκτικό σαρκασμό για τους πολιτικούς.



























