samt
samt
samt
samt
amtverdammt

Ορισμός και σημασία του "samt"στα γερμανικά

01

μαζί με, συμπεριλαμβανομένου

Eine Präposition, die eine vollständige Inklusion ausdrückt 
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
Er verkaufte das Haus samt Möbeln. 

Πούλησε το σπίτι μαζί με τα έπιπλα.

01

βελούδο, βελούδινο ύφασμα

Ein weicher, glänzender Stoff mit kurzem Flor, der oft für Kleidung oder Möbel verwendet wird 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Samts
πληθυντικός τύπος
Samte
Παραδείγματα
Das Kleid ist aus rotem Samt gefertigt. 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store