der sammler
samm
ˈzam
ζαμ
ler
λ
sampler

Ορισμός και σημασία του "sammler"στα γερμανικά

01

συλλέκτης

Eine Person, die bestimmte Gegenstände systematisch sammelt und aufbewahrt 
der Sammler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Sammler
αρσενικό ενικό
Sammler
θηλυκό ενικό
Sammlerin
neutral form
Sammelnde
γενική πτώση
Sammlers
Παραδείγματα
Er ist ein leidenschaftlicher Sammler seltener Briefmarken. 

Είναι ένας παθιασμένος συλλέκτης σπάνιων γραμματοσήμων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store