Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Samen
01
σπόρος, κόκκος
Der kleine Teil einer Pflanze, aus dem eine neue Pflanze wächst
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Samen
γενική πτώση
Samens
Παραδείγματα
Der Samen wird in die Erde gepflanzt.
Ο σπόρος φυτεύεται στο χώμα.



























