der samen
sa
ˈza:
za
men
mən
mēn
samtensagen

Ορισμός και σημασία του "samen"στα γερμανικά

01

σπόρος, κόκκος

Der kleine Teil einer Pflanze, aus dem eine neue Pflanze wächst 
der Samen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Samen
γενική πτώση
Samens
Παραδείγματα
Der Samen wird in die Erde gepflanzt. 

Ο σπόρος φυτεύεται στο χώμα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store