der Salon
Pronunciation
/zaˈlɔŋ/

Ορισμός και σημασία του "salon"στα γερμανικά

Der Salon
[gender: masculine]
01

σαλόνι, κομμωτήριο

Ein Raum oder Geschäft für kosmetische oder frisörische Behandlungen
der Salon definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Salons
πληθυντικός τύπος
Salons
Παραδείγματα
Der Salon ist sehr modern eingerichtet.
Το σαλόνι είναι πολύ μοντέρνο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store