der salat
sa
ˈza:
za
lat
lat
lat
salut

Ορισμός και σημασία του "salat"στα γερμανικά

01

σαλάτα, μικτή σαλάτα

Ein Gericht aus rohem oder gekochtem Gemüse, oft mit Dressing 
der Salat definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Salate
γενική πτώση
Salat(e)s
Παραδείγματα
Ich esse gern Salat mit Tomaten. 

Μου αρέσει να τρώω σαλάτα με ντομάτες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store