Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Salat
01
σαλάτα, μικτή σαλάτα
Ein Gericht aus rohem oder gekochtem Gemüse, oft mit Dressing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Salat(e)s
πληθυντικός τύπος
Salate
Παραδείγματα
Der Salat braucht noch ein bisschen Salz.
Η σαλάτα χρειάζεται ακόμα λίγο αλάτι.



























