der sack
sack
sak
sak
snack

Ορισμός και σημασία του "sack"στα γερμανικά

01

σάκος, τσάντα

Ein großer Beutel aus robustem Material zum Transport oder zur Aufbewahrung 
der Sack definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Sack(e)s
πληθυντικός τύπος
Säcke
Παραδείγματα
Der Sack ist voll mit Kartoffeln. 

Ο σάκος είναι γεμάτος πατάτες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store