die Ruhe
Pronunciation
/ˈʁuːə/

Ορισμός και σημασία του "ruhe"στα γερμανικά

Die Ruhe
[gender: feminine]
01

ηρεμία, γαλήνη

Ein Zustand der Stille und Entspannung
die Ruhe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Ruhe
Παραδείγματα
Die Ruhe vor dem Sturm.
Η ηρεμία πριν από τη θύελλα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store