rufen
Pronunciation
/ʀuːfən/

Ορισμός και σημασία του "rufen"στα γερμανικά

01

καλώ, φωνάζω

Laut sprechen, um jemandes Aufmerksamkeit zu bekommen
rufen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
rufe
γ΄ ενικό πρόσωπο
ruft
ενεστώτα μετοχή
rufend
απλός αόριστος
rief
παθητική μετοχή
gerufen
Παραδείγματα
Die Kinder rufen im Garten.
Τα παιδιά φωνάζουν στον κήπο.
02

τηλεφωνώ

Jemanden per Telefon oder anderer Kommunikationsmethode kontaktieren
rufen definition and meaning
Παραδείγματα
Er rief beim Restaurant an, um einen Tisch zu reservieren.
Τηλεφώνησε στο εστιατόριο για να κλείσει ένα τραπέζι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store