Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rufen
01
καλώ, φωνάζω
Laut sprechen, um jemandes Aufmerksamkeit zu bekommen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
rufe
γ΄ ενικό πρόσωπο
ruft
ενεστώτα μετοχή
rufend
απλός αόριστος
rief
παθητική μετοχή
gerufen
Παραδείγματα
Sie ruft ihren Sohn zum Abendessen.
Αυτή καλεί τον γιο της για δείπνο.
02
τηλεφωνώ
Jemanden per Telefon oder anderer Kommunikationsmethode kontaktieren
Παραδείγματα
Ich rufe dich später an.
Θα σε καλέσω αργότερα.



























