rotieren

Ορισμός και σημασία του "rotieren"στα γερμανικά

rotieren
01

περιστρέφομαι, γυρίζω

Sich um die eigene Achse drehen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
rotiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
rotiert
ενεστώτα μετοχή
rotierend
απλός αόριστος
rotierte
παθητική μετοχή
rotiert
Παραδείγματα
Der Stuhl kann sich um 360 Grad rotieren.
Η καρέκλα μπορεί να περιστραφεί 360 μοίρες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store