Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rotieren
01
περιστρέφομαι, γυρίζω
Sich um die eigene Achse drehen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
rotiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
rotiert
ενεστώτα μετοχή
rotierend
απλός αόριστος
rotierte
παθητική μετοχή
rotiert
Παραδείγματα
Der Stuhl kann sich um 360 Grad rotieren.
Η καρέκλα μπορεί να περιστραφεί 360 μοίρες.



























