rot
rot
ʁo:t
ροτ

Ορισμός και σημασία του "rot"στα γερμανικά

01

κόκκινος, κόκκινος

Farbe von Blut oder Tomaten 
rot definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
röteste-/roteste-
συγκριτικός βαθμός
röter/roter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Farbe, Wahrnehmung
Παραδείγματα
Der Apfel ist rot. 

Το μήλο είναι κόκκινο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store