das Ringen
Pronunciation
/rˈɪŋən/

Ορισμός και σημασία του "ringen"στα γερμανικά

01

πάλη, ελεύθερη πάλη

Kampfsport, bei dem zwei Kontrahenten versuchen, den Gegner mit Grifftechniken zu Boden zu bringen
das Ringen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Ringens
Παραδείγματα
Ringen erfordert nicht nur körperliche Stärke, sondern auch Technik und Taktik.
Η πάλη απαιτεί όχι μόνο σωματική δύναμη, αλλά και τεχνική και τακτική.
ringen
01

-, -

γραμματικές πληροφορίες
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
απλός αόριστος
rang
παθητική μετοχή
gerungen
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store