der Ring
Pronunciation
/ʀɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "ring"στα γερμανικά

01

δαχτυλίδι, κρίκος

Ein rundes Schmuckstück, das man am Finger trägt
der Ring definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Ring(e)s
πληθυντικός τύπος
Ringe
Παραδείγματα
Er steckt ihr einen Ring an den Finger.
Της βάζει ένα δαχτυλίδι στο δάχτυλο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store