Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Resümee
[gender: neuter]
01
περίληψη, σύνοψη
Eine kurze Zusammenfassung der wichtigsten Punkte oder ein abschließendes Urteil
Παραδείγματα
Ihre Masterarbeit verlangte ein Resümee sowohl auf Tschechisch als auch auf Englisch.
Η μεταπτυχιακή της διατριβή απαιτούσε περίληψη τόσο στα τσέχικα όσο και στα αγγλικά.


























