Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Resonanz
01
αντήχηση, συντονισμός
Verstärkung von Schwingungen, wenn die Frequenz einer äußeren Kraft mit der Eigenfrequenz eines Systems übereinstimmt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Resonanz
πληθυντικός τύπος
Resonanzen
Παραδείγματα
Die Resonanz der Saite entsteht bei 440 Hz – dem Kammerton A.
Ο συντονισμός της χορδής συμβαίνει στα 440 Hz – το λα του διαπασών.
02
αντήχηση, ηχώ
Rückmeldung oder öffentliche Reaktion auf ein Ereignis oder Thema
Παραδείγματα
Der Skandal erzeugte große Resonanz in den sozialen Medien.
Το σκάνδαλο προκάλεσε μεγάλη αντήχηση στα κοινωνικά δίκτυα.



























