das repertoire
repertoire
ʁɛpɐtʰwa:ɐ̯
reptva

Ορισμός και σημασία του "repertoire"στα γερμανικά

Das Repertoire
01

ρεπερτόριο, πρόγραμμα

Die Sammlung von Musikstücken, die ein Musiker oder Ensemble regelmäßig spielt 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Repertoires
γενική πτώση
Repertoires
Παραδείγματα
Das Orchester hat ein breites Repertoire an klassischer Musik. 

Η ορχήστρα έχει ένα ευρύ ρεπερτόριο κλασικής μουσικής.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store