Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Reißverschluss
01
φερμουάρ, αλυσίδα
Ein Verschluss, mit dem man Kleidung oder Taschen öffnet und schließt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Reißverschlüsse
γενική πτώση
Reißverschlusses
Παραδείγματα
Der Reißverschluss an meiner Jacke ist kaputt.
Ο φερμουάρ στο σακάκι μου είναι σπασμένος.
LanGeek



























