Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reinigen
[past form: reinigte]
01
καθαρίζω
Etwas von Schmutz, Flecken oder unerwünschten Substanzen befreien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
reinige
γ΄ ενικό πρόσωπο
reinigt
ενεστώτα μετοχή
reinigend
απλός αόριστος
reinigte
παθητική μετοχή
gereinigt
Παραδείγματα
Die Maschine reinigt das Wasser von Schadstoffen.
Η μηχανή καθαρίζει το νερό από ρύπους.
02
καθαρίζω στεγνά, στέλνω στο στεγνό καθάρισμα
Kleidung professionell säubern lassen, oft in einer chemischen Reinigung
Παραδείγματα
Die Reinigung reinigt Mäntel mit Lösungsmitteln.
Ο καθαρισμός καθαρίζει τα παλτά με διαλύτες.



























