Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reinigen
01
καθαρίζω
Etwas von Schmutz, Flecken oder unerwünschten Substanzen befreien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
reinige
γ΄ ενικό πρόσωπο
reinigt
ενεστώτα μετοχή
reinigend
απλός αόριστος
reinigte
παθητική μετοχή
gereinigt
Παραδείγματα
Ich reinige mein Auto jeden Samstag.
Καθαρίζω το αυτοκίνητό μου κάθε Σάββατο.
02
καθαρίζω στεγνά, στέλνω στο στεγνό καθάρισμα
Kleidung professionell säubern lassen, oft in einer chemischen Reinigung
Παραδείγματα
Ich lasse meinen Anzug professionell reinigen.
Αφήνω το κοστούμι μου να καθαριστεί επαγγελματικά.



























