Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
regnen
01
βρέχει, πέφτει βροχή
Wasser fällt als Regen vom Himmel
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
regne
γ΄ ενικό πρόσωπο
regnet
ενεστώτα μετοχή
regnend
απλός αόριστος
regnete
παθητική μετοχή
geregnet
Παραδείγματα
Regnet es gerade?
Βρέχει τώρα;



























